Ο Μπενεντέτο Σανταπάολα, ο αρχιμαφιόζος που έφερε το προσωνύμιο «Ο Κυνηγός», υπήρξε σύμμαχος των Κορλεονέζων του Τοτό Ριίνα και κατάφερε να μείνει οργανικά συνδεδεμένος με τις δομές εξουσίας της πατρίδας του, της Σικελίας, άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 87 ετών στις φυλακές της Όπερα στο Μιλάνο.

Αυτή ήταν και η τελευταία έδρα του αρχιμαφιόζου που όλοι γνώριζαν ως Νίττο, μέσα από εκεί φέρεται να όριζε το παιχνίδι εξουσιάς και εγκλήματος ακόμη και πίσω από τα κάγκελα.

Η Εισαγγελία του Μιλάνου έχει ήδη διατάξει τη διενέργεια νεκροψίας καθώς ο θάνατος του Σανταπάολα τερματίζει μια συμβολική πορεία που ξεκίνησε με τη σύλληψή του την αυγή της 18ης Μαΐου 1993 μετά από έντεκα χρόνια κυνηγητού. Τον αποκαλούσαν «Κυνηγό» γράφει ο Νίνο Αμαντόρε στην Il Sole 24 Ore, γιατί λάτρευε να καταδιώκει, να εντοπίζει, να σκοτώνει.

«Δεν επρόκειτο για ένα απλό ψευδώνυμο, αλλά για μια μέθοδο δράσης και μια δήλωση ταυτότητας. Ο Μπενεντέτο Σανταπάολα, γνωστός σε όλους ως Νίττο, υπήρξε για μεγάλο διάστημα ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος της Μαφίας στην Κατάνια. Ένας άνδρας ικανός να επιβιώνει στις πιο βίαιες εσωτερικές συγκρούσεις της Κόζα Νόστρα, διατηρώντας ένα προφίλ ταυτόχρονα άγριο και υπολογιστικό.

Το προσωνύμιο Ο Κυνηγός γεννήθηκε από το πάθος του για τα όπλα και το πραγματικό κυνήγι, σύντομα όμως μετατράπηκε σε μεταφορά για την ικανότητά του να εντοπίζει, να ιχνηλατεί και να πλήττει τους εχθρούς του.

Για τον Νίττο, το κυνήγι δεν ήταν μια ιδιωτική ενασχόληση, αλλά ένας χώρος ανάπτυξης κοινωνικών σχέσεων. Είναι τεκμηριωμένη η σχέση του με τον επιχειρηματία Γκαετάνο Γκράτσι, έναν από τους αποκαλούμενους Τέσσερις Ιππότες της Μαφιόζικης Αποκάλυψης (Quattro cavalieri dell'apocalisse mafiosa) της Κατάνια.

Σε μια ιστορική συνέντευξη στην εφημερίδα l'Unità το 1994, όταν ο δημοσιογράφος τον ρώτησε ευθέως αν πήγαινε για κυνήγι με τον Γκράτσι, ο Σανταπάολα δεν το αρνήθηκε, αλλά μετέφερε τη συζήτηση στις «επιχειρηματικές σχέσεις». Η οικειότητα τους δεν ήταν μια φολκλορική ή αφηγηματική λεπτομέρεια. Ήταν ένα κομμάτι στο αιματηρό σκάκι που έστηνε με συνέπεια και στρατηγική η οικονομική και η εγκληματική ελίτ στην Κατάνια της δεκαετίας του 1980.

Δημοσιογραφικές αποκαλύψεις όπως αυτές του Ατίλιο Μπολτσόνι, κάνουν λόγο για κυνηγετικές εξορμήσεις του Σανταπάολα ακόμα και με τον επικεφαλής της αστυνομικής διεύθυνσης, υποδεικνύοντας ότι το κυνήγι αποτελούσε πεδίο εγκάρσιων γνωριμιών.

Υπάρχει όμως και ένα άλλο στοιχείο: η δημόσια νομιμοποίησή του κατά τα χρόνια της ανόδου του. Η αντιπροσωπεία αυτοκινήτων που συνδεόταν με τον Σανταπάολα εγκαινιάστηκε παρουσία του νομάρχη και του αστυνομικού διευθυντή με κάθε επισημότητα.

Φωτογραφίες της εποχής τον δείχνουν σε δημόσιες εκδηλώσεις δίπλα σε δημάρχους, περιφερειακούς συμβούλους και επιχειρηματίες καθώς τότε ο αρχηγός της Μαφίας ήταν παράγοντας συμφωνιών.

Τότε, σύμφωνα με μαρτυρίες, οι αρχές τον είχαν ανακρίνει για τις σχέσεις του με τους επιχειρηματίες της Σικελίας για να τον αφήσουν ελεύθερο με μια τυπική συγγνώμη από τον τότε επικεφαλής της Ασφάλειας, Τομάζο Μπερέτα.

Στη δεκαετία του 1980, ενώ η Σικελία σπαρασσόταν από τον πόλεμο της Μαφίας, ο Σανταπάολα εδραίωνε τη θέση του ως αρχηγός της φατρίας της Κατάνια, σε στενή συμμαχία με τον Σαλβατόρε Ριίνα. Ο Νίττο ήταν πολύ δικτυωμένος για να είναι απλά ένας παρατηρητής στη Νέα Τάξη Πραγμάτων στο βασίλειο του εγκλήματος.

Με την επιρροή του να είναι στρατηγικά καίρια στην ανάδειξη των Κορλεονέζων, ο Νίττο ήταν εκείνος που διέταξε τη δολοφονία του δημοσιογράφου Τζουζέπε Φάβα, του τολμηρού Πίπο,  που πλήρωσε τις αποκαλύψεις του με τη ζωή του στις 5 Ιανουαρίου 1984.

Ο Φάβα είχε καταγγείλει δημόσια τις σχέσεις Μαφίας, επιχειρήσεων και πολιτικής στην πόλη με τον Σανταπάολα να αποκαλύπτεται ως ο ηθικός αυτουργός της δολοφονίας.

Λαοθάλασσα στην κηδεία του ηρωϊκού δημοσιογράφου Τζουζέπε Φάβα

Το όνομά του Νίττο εμφανίστηκε σε πολυάριθμες δίκες για δολοφονίες και σφαγές, με τις δικαστικές αρχές να τον τοποθετούν στην κορυφή της ιεραρχίας κατά την περίοδο των μεγάλων επιθέσεων των αρχών της δεκαετίας του '90, με αποκορύφωμα τη σφαγή στο Καπάτσι το 1992, όπου έχασαν τη ζωή τους ο Τζιοβάνι Φαλκόνε, η σύζυγός του Φραντσέσκα Μορβίλο και τρεις άνδρες από την ασφάλεια του.

Ο Φαλκόνε, όπως και ο Φάβα, όπως και κάθε ήρωας που ύψωσε ανάστημα μπροστά στο μοχθηρό συνδικάτο πολιτικής και εγκλήματος, ήταν ο Ιταλός δικαστής ο οποίος ειδικευόταν στη δίωξη της Σικελικής Κόζα Νόστρα.

Ο Νίττο διέταξε την εκτέλεση του. Οι άνθρωποι του τοποθέτησαν 350 κιλά δυναμίτη στο πλάι του αυτοκινητοδρόμου από το Αεροδρόμιο του Παλέρμο κοντά στην πόλη του Κάπασι. Η έκρηξη τους δολοφόνησε αναχαιτίζοντας το αφοσιωμένο στη δικαιοσύνη έργο του.

Η βιογραφία του αρχηγού κρύβει λεπτομέρειες που μοιάζουν βγαλμένες από μυθιστόρημα γεμάτο αντιφάσεις σημειώνει ο Αμαντόρε.

Ενώ καταζητούνταν, κρυβόταν σε ένα αγρόκτημα μεταξύ Κατάνια και Ραγκούζα. Όταν συνελήφθη στην επιχείρηση Luna Piena, ζήτησε να πάρει πρωινό με τη σύζυγό του πριν του περάσουν χειροπέδες.

Μετά τη σύλληψή του, η σύζυγός του, Καρμέλα Μινίτι, δολοφονήθηκε σε ενέδρα που αποδόθηκε σε εσωτερικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών.

Στη δικαστική αίθουσα, ο Σανταπάολα διάβασε μια επιστολή συγχώρεσης προς τον δολοφόνο της, ο οποίος είχε γίνει αργότερα συνεργάτης της δικαιοσύνης — μια κίνηση που προκάλεσε αμηχανία σε έναν κώδικα τιμής θεμελιωμένο στην εκδίκηση.

Πολλαπλές καταδίκες σε ισόβια για μαφιόζικη δράση και δολοφονίες συνοδεύουν το όνομά του αιμοσταγή, δικτυωμένου, και φίλου της εξουσίας Κυνηγού που πλέον είναι νεκρός.

«Ίσως αυτή η αδιαφάνεια, περισσότερο από κάθε όπλο, είναι και το πιο ανησυχητικό κομμάτι της κληρονομιάς του» καταλήγει το δημοσίευμα.

googlenews-row">