Το «αόρατο χρέος» των 12 δισ. ευρώ από την αναβαλλόμενη φορολογία αποτελεί μία από τις πιο αντιφατικές πτυχές της λειτουργίας των τεσσάρων συστημικών τραπεζών της χώρας (Εθνικής, Πειραιώς, Eurobank και Alpha Bank).
Ενώ ανακοινώνουν κέρδη που προσεγγίζουν τα 5 δισ. ευρώ για το 2025 και διανέμουν περίπου 2,3 δισ. ευρώ σε μερίσματα, πίσω από την εικόνα επιστροφής στην κανονικότητα παραμένει ένα δομικό ζήτημα που αγγίζει τον πυρήνα της τραπεζικής σταθερότητας και της σχέσης τους με το Δημόσιο.
Η αναβαλλόμενη φορολογία ανέρχεται σήμερα περίπου στα 12 δισ. ευρώ και αντιστοιχεί στο 40% – 50% των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών.
Με απλά λόγια, σχεδόν τα μισά από τα κεφάλαια που εμφανίζονται ως «μαξιλάρι ασφαλείας» δεν είναι απτά κεφάλαια αλλά μελλοντικοί φόροι που υπολογίζονται λογιστικά ως κεφάλαιο, χάρη σε ειδική κρατική ρύθμιση, αποικιοκρατικού τύπου.
Η ρύθμιση αυτή θεσπίστηκε μετά το καταστροφικό PSI του 2012, όταν το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων προκάλεσε τεράστιες ζημίες στους ισολογισμούς των τραπεζών. Προκειμένου να διατηρηθούν τα ελάχιστα απαιτούμενα επίπεδα κεφαλαιακής επάρκειας που επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Ελληνικό Δημόσιο επέτρεψε στις τράπεζες να εγγράφουν μελλοντικούς φόρους ως εποπτικά κεφάλαια. Παράλληλα, εγγυήθηκε ότι, ακόμη και αν δεν υπάρχουν κέρδη για συμψηφισμό, το Δημόσιο θα καλύψει τη διαφορά.
Αρχικά, υπήρχε πρόβλεψη ότι σε περίπτωση ζημιών και αδυναμίας συμψηφισμού το Δημόσιο θα αποκτούσε ισόποσες μετοχές, ενισχύοντας τη συμμετοχή του στις τράπεζες.
Όμως, το 2021 η διάταξη τροποποιήθηκε: Πλέον, το κράτος εγγυάται τα ποσά χωρίς να αποκτά αντίστοιχο μετοχικό έλεγχο. Πρόκειται για μια εξέλιξη που μετατρέπει την αναβαλλόμενη φορολογία σε μια ιδιότυπη, μόνιμη κρατική ασπίδα, χωρίς ανταλλάγματα ιδιοκτησίας.
Το παράδοξο είναι προκλητικά ξεκάθαρο. Οι τράπεζες επικαλούνται την ισχυρή τους κερδοφορία ως απόδειξη επιτυχίας και ανθεκτικότητας. Ωστόσο, ένα σημαντικό μέρος των κεφαλαίων τους βασίζεται σε κρατική εγγύηση. Με όρους καθαρής οικονομικής λογικής, η διανομή γενναίων μερισμάτων –ιδίως όταν το 85% αυτών κατευθύνεται σε επενδυτές του εξωτερικού– δημιουργεί εύλογα ερωτήματα: Πώς είναι δυνατόν να διανέμονται κέρδη, όταν η κεφαλαιακή βάση παραμένει εν μέρει λογιστική και εξαρτημένη από το Δημόσιο;
Ακόμη και το ΚΕΠΕ έχει επισημάνει την ανάγκη ισορροπίας ανάμεσα στη μερισματική πολιτική και στην απόσβεση των DTCs. Η αποπληρωμή της αναβαλλόμενης φορολογίας υποτίθεται ότι θα ολοκληρωνόταν έως το 2042. Ωστόσο, από το 2024, όταν οι τράπεζες επανήλθαν σε διανομές μερισμάτων για πρώτη φορά μετά από 16 χρόνια, θεσπίστηκε μηχανισμός επιτάχυνσης: Κάθε χρόνο διαγράφεται επιπλέον ποσό DTC ίσο με το 29% των μερισμάτων που διανέμονται.
Η ρύθμιση αυτή επιχειρεί να μετριάσει την αρνητική εικόνα στην κοινωνία και στην αγορά αλλά δεν αναιρεί τη βασική αντίφαση. Το κράτος και κατ' επέκταση οι πολίτες συνεχίζουν να στηρίζουν έμμεσα τις τράπεζες, την ώρα που οι ίδιες απολαμβάνουν υψηλή κερδοφορία. Επιπλέον, τα κέρδη αυτά προκύπτουν σε ένα περιβάλλον όπου οι έλληνες καταθέτες λαμβάνουν από τα χαμηλότερα επιτόκια στην Ευρωζώνη, ενώ αυτά με τα οποία επιβαρύνονται οι δανειολήπτες είναι από τα υψηλότερα. Η διαφορά επιτοκίων έχει διευρύνει τα καθαρά έσοδα από τόκους, ενισχύοντας την κερδοφορία.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ηθικό ή πολιτικό. Οι αυστηρότεροι κανόνες κεφαλαιακής επάρκειας που θεσπίστηκαν μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση αποσκοπούσαν στο να αποτρέψουν την ανάγκη νέας κρατικής διάσωσης. Όταν, όμως, ένα τόσο μεγάλο ποσοστό των εποπτικών κεφαλαίων βασίζεται σε κρατική εγγύηση, η ποιότητα αυτών των κεφαλαίων τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Η αναβαλλόμενη φορολογία λειτουργεί ως λογιστική γέφυρα που επέτρεψε τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο. Ωστόσο, 14 χρόνια μετά το PSI, το ερώτημα είναι αν αυτή η γέφυρα έχει μετατραπεί σε μόνιμο μηχανισμό στήριξης. Η εικόνα τραπεζών που διανέμουν δισεκατομμύρια σε μετόχους, ενώ στηρίζονται σε κρατικές εγγυήσεις για την κεφαλαιακή τους επάρκεια, δημιουργεί μια έντονη αίσθηση δυσαναλογίας, που προκαλεί την κοινωνία.
ΤΟ ΠΑΡΟΝ
Πηγή: paron.gr