Υπό την επίβλεψη της καθηγήτριας αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου του Μόντρεαλ, Christina Halperin, ο διδακτορικός φοιτητής Jean Tremblay πέρασε έξι χρόνια, από το 2018 έως το 2024, μελετώντας τον τρόπο με τον οποίο η πόλη των Μάγια διαχειριζόταν το πόσιμο νερό της. Συνδυάζοντας τη γεωχημεία και την παλαιολιμνολογία, η διεπιστημονική του μελέτη διερεύνησε τα αρχαιολογικά και κοινωνικά ζητήματα που αφορούν την πρόσβαση στο νερό και τις ανισότητες που βασίζονται στο κοινωνικό status σε ένα πυκνοκατοικημένο, προ-ισπανικό αστικό περιβάλλον.
Σύμφωνα με δημοσιεύσεις στα επιστημονικά περιοδικά Archaeometry και Journal of Archaeological Science: Reports, νέα ευρήματα από τον αρχαιολογικό χώρο Ουκανάλ στη βόρεια Γουατεμάλα αποκαλύπτουν ένα εντυπωσιακό μυστήριο των Μάγια γύρω από τη διαχείριση του νερού και τη χημική ρύπανση.
Οι ερευνητές ανέλυσαν τρεις δεξαμενές διαφορετικής χρήσης: την Aguada 2, που εξυπηρετούσε την εύπορη συνοικία, την Aguada 3, σε πιο ταπεινή γειτονιά, και την Piscina 2, συνδεδεμένη με το αποχετευτικό σύστημα της πόλης. Τα ιζήματα εξετάστηκαν για βιολογικούς ρύπους –όπως κυανοβακτήρια και περιττώματα– καθώς και για χημικά κατάλοιπα.
Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν ένα παράδοξο. Για σχεδόν 1.500 χρόνια, οι κάτοικοι της Ουκανάλ απολάμβαναν νερό απαλλαγμένο από βιολογικούς ρύπους, ακόμα και κατά την Ύστερη Κλασική περίοδο, όταν άλλες πόλεις των Μάγια παρήκμαζαν. Αυτό το επίτευγμα αποδίδεται στον προσεκτικό υδραυλικό σχεδιασμό και τον αποτελεσματικό έλεγχο των ορατών ρύπων.
Ωστόσο, παρά την τεχνική αρτιότητα, η χημική ρύπανση από υδράργυρο ήταν εκτεταμένη. Όλες οι δεξαμενές περιείχαν συγκεντρώσεις πολύ πάνω από τα όρια τοξικότητας. Η πηγή εντοπίστηκε στο κιννάβαρι, μια χρωστική ουσία με βάση τον υδράργυρο, που χρησιμοποιούνταν ευρέως σε τελετουργίες των Μάγια και διέφευγε των συστημάτων φιλτραρίσματος.
Ένα χιλιετές σύστημα καθαρού νερού
Σε όλη την ιστορία της Ουκανάλ, τα αποθέματα νερού παρέμειναν καθαρά από κυανοβακτήρια, γνωστά και ως «πράσινα φύκη», τα οποία αποτελούσαν σοβαρό πρόβλημα σε άλλες περιοχές των Μάγια. «Οι Μάγια γνώριζαν τα κυανοβακτήρια και μπορούσαν να τα αναγνωρίσουν», εξήγησε ο Tremblay. «Μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τα βακτήρια που έβλεπαν».
Η δεξαμενή Aguada 2 διέθετε φυσικό σύστημα φιλτραρίσματος, καθώς τα κανάλια εισόδου με πετρώματα συγκρατούσαν τα ιζήματα και τα απόβλητα. Επιπλέον, σύμφωνα με προκαταρκτικές αναλύσεις, οι δεξαμενές περιβάλλονταν από βλάστηση που παρείχε σκιά και μείωνε τη θερμοκρασία του νερού, περιορίζοντας την ανάπτυξη φυκών.
Οι αναλογίες άνθρακα προς άζωτο δείχνουν ότι η οργανική ύλη προερχόταν από χερσαία φυτά και όχι από άλγη. Επίσης, η έλλειψη φωσφόρου απέτρεπε το φαινόμενο του ευτροφισμού, δηλαδή την υπερβολική ανάπτυξη φυκών λόγω πλούσιων θρεπτικών στοιχείων.
Προηγμένες πρακτικές υγιεινής
Μια ακόμη αξιοσημείωτη διαπίστωση ήταν η σχεδόν πλήρης απουσία ρύπανσης από ανθρώπινα απόβλητα στις δεξαμενές πόσιμου νερού. Μέσω της ανάλυσης βιοδεικτών, όπως του κοπροστανολού, οι επιστήμονες ανασύνθεσαν τις πρακτικές υγιεινής της πόλης. Ακόμα και σε περιόδους υψηλής πυκνότητας πληθυσμού, η Aguada 2 εμφάνιζε χαμηλά επίπεδα μόλυνσης, υποδηλώνοντας αποτελεσματική διαχείριση αποβλήτων.
Η Aguada 3 αποτέλεσε εξαίρεση, καθώς εντοπίστηκαν ίχνη οικιακών απορριμμάτων, σπασμένων κεραμικών και ενός διαταραγμένου ανθρώπινου τάφου. Όπως σημείωσε ο Tremblay, «αυτή η δεξαμενή χρησιμοποιήθηκε ως μικρός λάκκος απορριμμάτων». Αντίθετα, η Piscina 2, συνδεδεμένη με αποστραγγιστικό κανάλι, επωφελούνταν από τη ροή και τον αερισμό του νερού, περιορίζοντας τη ρύπανση.
Το «κόκκινο δηλητήριο»: Αόρατος κίνδυνος
Παρά την καθαρότητα του νερού, όλα τα δείγματα ιζημάτων εμφάνισαν υψηλή συγκέντρωση υδραργύρου. Οι ερευνητές απέδωσαν την προέλευση στο κιννάβαρι, ένα έντονο κόκκινο ορυκτό (θειούχος υδράργυρος) που είχε συμβολική σημασία για τους Μάγια. «Το χρώμα του θύμιζε αίμα», εξήγησε η Halperin. «Στην κοσμολογία των Μάγια, το αίμα, η ζωή και ο θάνατος είναι πανταχού παρόντα».
Το κιννάβαρι χρησιμοποιούνταν σε στήλες, κτίρια, αντικείμενα κύρους και ταφές. Με τις βροχές, το χρώμα διαχεόταν στο έδαφος και το νερό. Κατά την Ύστερη Κλασική περίοδο, τα επίπεδα υδραργύρου στις μεγάλες δεξαμενές αυξήθηκαν πάνω από 300%, καθώς η εμπορική δραστηριότητα και η διάδοση των τελετουργικών αντικειμένων εντάθηκαν.
«Δεν ήταν μόνο οι ελίτ που το χρησιμοποιούσαν· όλοι εκτίθεντο», ανέφερε η Halperin. Ο υδράργυρος, αόρατος και άοσμος, περνούσε απαρατήρητος. «Δεν υπήρχε τρόπος να γνωρίζουν ότι ήταν τοξικός», πρόσθεσε ο Tremblay. «Δεν θόλωνε το νερό ούτε το έκανε κόκκινο».
Ακόμη και τα πιο εξελιγμένα συστήματα φιλτραρίσματος της εποχής δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν το διαλυμένο μέταλλο. Το παράδοξο αυτό –καθαρό νερό βιολογικά, αλλά τοξικό χημικά– αποκαλύπτει τα όρια της αρχαίας γνώσης, παρά την επιδεξιότητα και τη διορατικότητα των Μάγια της Ουκανάλ.
«Δεν ζούσαν μέρα με τη μέρα», τόνισε ο Tremblay. «Γι' αυτό ο πολιτισμός τους άντεξε για δύο χιλιετίες».
Πηγή: tanea.gr



