Σε μία εβδομάδα ο κόσμος έχει γίνει πιο επικίνδυνος. Ενώ η επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν έχει οδηγήσει τη Μέση Ανατολή σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, υπάρχει επίσης ο πολύ πραγματικός κίνδυνος η σύγκρουση Αφγανιστάν – Πακιστάν να παρασύρει την Κίνα, την Ινδία και την Κεντρική Ασία. Αυτό μπορεί να φαίνεται μακριά από τα όρια της Ευρώπης, αλλά όπως έδειξε η ιρανική επίθεση με drones στην Κύπρο, όλοι βρίσκονται στο στόχαστρο. Ζούμε πλέον σε μια δυαδική γεωπολιτική εποχή, όπου διαφορετικοί γεωγραφικοί ανταγωνισμοί εμφανίζονται ως διακρατικές και χωρίς σύνορα συγκρούσεις, με την προοπτική ενός ευρύτερου πολέμου πιο κοντά από ποτέ μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδια στιγμή, η εργαλειοποίηση της μετανάστευσης αποτελεί υπαρξιακή απειλή για την Ελλάδα, με εκατοντάδες – αν όχι χιλιάδες – Ιρανούς, Αφγανούς και Πακιστανούς να φτάνουν στο Αιγαίο μέσω Τουρκίας και Βόρειας Αφρικής κάθε μήνα.
Ο ινδός πρωθυπουργός βρισκόταν στο Ισραήλ όταν η κυβέρνηση των Ταλιμπάν στην Καμπούλ ξεκίνησε σύγκρουση με το Πακιστάν – το αποκορύφωμα ετών έντασης, όπου ο πρώην εντολοδόχος στράφηκε εναντίον του προστάτη του. Αυτή τη στιγμή, οι δύο πλευρές εμπλέκονται σε ωριαίες μάχες, επιθέσεις με drones και πακιστανικά πλήγματα στη βάση Μπαγκράμ. Πρόκειται για την ίδια βάση που ο Τραμπ έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι πρέπει να ανακαταληφθεί, και είναι σημαντικό ότι ο Τραμπ υποστήριξε δημόσια τα πακιστανικά πλήγματα μόλις μία ημέρα πριν ξεκινήσει ο πόλεμος με το Ιράν. Αυτό έρχεται σε συνέχεια του γεγονότος ότι ο Τραμπ έχει αποκαλέσει τον πακιστανό στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ «αγαπημένο του στρατηγό», δείχνοντας προτίμηση στο Πακιστάν έναντι της Ινδίας. Για να γίνουν τα πράγματα ακόμη πιο περίπλοκα, οι Τούρκοι κατηγορούν την Ινδία και το Ισραήλ ότι υποκινούν προβλήματα στο Πακιστάν, ενώ ο αγαπημένος τηλεοπτικός στρατηγικός αναλυτής του Ερντογάν, ναύαρχος Τζιχάτ Γιαϊτζί, έφτασε στο σημείο να δηλώσει ότι η νέα σουνιτική συμμαχία Τουρκίας – Σαουδικής Αραβίας – Πακιστάν πρέπει να αντιμετωπίσει την Ελλάδα, την Ινδία και το Ισραήλ από το Αφγανιστάν μέχρι τη Λιβύη.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, υπάρχουν σαφή προειδοποιητικά σημάδια για την Αθήνα. Η Αμερική υπό τον Τραμπ δεν λειτουργεί όπως έχουν συνηθίσει δεκαετίες διαμορφωτών πολιτικής στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας (NSC). Ο Τραμπ σκέφτεται «εκτός πλαισίου», και αντίπαλοι μπορούν να γίνουν σύμμαχοι με μια επιχειρηματική συμφωνία, όπως στην περίπτωση της Τουρκίας και του Πακιστάν.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει εξαιρετικές επιχειρηματικές και διπλωματικές σχέσεις με μεγάλο μέρος του αραβικού κόσμου και δεν μπορεί να παγιδευτεί σε συμμαχίες που ενδέχεται να απειλήσουν τη Σαουδική Αραβία ή την Αίγυπτο. Το Πακιστάν είναι πλέον σημαντικός παίκτης στη Λιβύη, παρέχοντας όπλα και εκπαίδευση στον Χαλίφα Χάφταρ με σαουδαραβική χρηματοδότηση. Το Πακιστάν διαμεσολάβησε επίσης σε συνομιλίες Χάφταρ – Τουρκίας. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να προσέχει πώς η Τουρκία μπορεί να αξιοποιήσει το μακρινό Πακιστάν με σαουδαραβικά κεφάλαια και να το καταστήσει παράγοντα στη Μεσόγειο.
Οι πρόσφυγες που φτάνουν από τη Λιβύη ή τη Συρία, πολλοί εκ των οποίων πράγματι φεύγουν από εμπόλεμες περιοχές, μπορούν πλέον να αναμειχθούν με Ιρανούς, Αφγανούς και Πακιστανούς που χρησιμοποιούν δύο διαφορετικές διαδρομές προς την Ελλάδα. Για να αντιμετωπίσει αυτήν την πρόκληση, η Ελλάδα πρέπει να κινηθεί προσεκτικά καθώς οικοδομεί την «Ελληνική Συμμαχία» με την Κύπρο και το Ισραήλ, ώστε να μην αποξενώσει χώρες που δεν είναι παραδοσιακοί αντίπαλοι.
Ο Καμάλ Αλάμ είναι Senior Fellow στο Atlantic Council και ειδικός
στη στρατιωτική ιστορία της Μέσης Ανατολής
Πηγή: tanea.gr